Αναρτήθηκε από: Holly | Ιουνίου 19, 2009

Πάνω σε έναν ξένο στίχο

Πειράζοντας τον Γιώργο…

Μὰ ἐσὺ ποὺ γνώρισες τὴ χάρη τὶς πέτρας πάνω στὸ θαλασσόδαρτο βράχο
Εσύ
Διαβάζεις ένα βιβλίο για ποταμούς
Αυτό το βράδυ
Τὸ βράδυ ποὺ ἔπεσε ἡ γαλήνη
Ακουσες
Ακουσες ἀπὸ μακριὰ τὴν ἀνθρώπινη φωνὴ τῆς μοναξιᾶς καὶ τῆς σιωπῆς
Δεν έχεις κάτι άλλο
μέσα στὸ κορμί σου
Δεν πρέπει
Θυμάσαι τη νύχτα εκείνη
Τὴ νύχτα ἐκείνη τοῦ Ἅι-Γιάννη
Αναπολείς αγαπημένα στιγμιότυπα
Οταν ἔσβησαν ὅλες οἱ φωτιές
Δεν είχες τι άλλο να κάνεις
Καὶ μελέτησες τὴ στάχτη κάτω ἀπὸ τ᾿ ἀστέρια

Advertisements

Responses

  1. Τον ποιητή δεν μας αναφέρεις…
    Είναι και στα καθαρευουσιάνικα και αυτό το «τίς πέτρας» δεν το πιάνω.
    Πάντως ένας ηλικιωμένος σε ένα χωριό ένα βράδυ εκλογών μπαίνοντας να ψηφίσει γύρισε και είπε στη γυναίκα του: «Κοίτα γέμισε θεουλάκια ο ουρανός», από τα πιο ρομαντικά λόγια που έχω ακούσει ο Αστρής…Θεουλάκια…

  2. @Αστρής: Η φράση «Πειράζοντας τον Γιώργο…» τί σου λέει; Κοίτα και πάνω στο link /σεφέρης/… Έλα Αστρή μου, και σε είχα για πιο ψηφιακά ψαγμένο! ;) Και μην υποτιμάς την ποιητική σου πλευρά! Αφού «πιάνεις» τα θεουλάκια, τα «πιάνεις» όλα…

    Καὶ μελέτησες τὴ στάχτη κάτω ἀπὸ τ᾿ ἀστέρια…

  3. @Αστρής: θεουλάκια;;; ΕΚΛΟΓΕΣ;;; βράδυ εκλογών; μπαίνοντας να ψηφίσει;; Μέχρι τι ώρα ψηφίζουν στο χωριό σας;;;;
    Πάντως μου χαλάει πολύ την εικόνα αυτή η κάλπη…
    αν δεν ήταν εκεί θα μπορούσα να βρω τα λόγια του παππού έως και ρομαντικά… δυστυχώς τώρα του δίνω μεγαλύτερη πιθανότητα να αναφερόταν σε προσδοκώμενα αποτελέσματα εκλογών, παρά στα μάτια της γυναίκας του…

  4. @Holly: Τώρα ειλικρινά πες μου θες να σου απαντήσω τι μου λέει η φράση «Πειράζοντας τον Γιώργο…»;;;;; Η αλήθεια με το που πάτησα say it μετά το είδα το Σεφέρης, αλλά ήταν αργά, τι να κάνουμε παρορμητικός όπως πάντα ;)

    @Creme: Αχ, μην είσαι τόσο απόλυτη με τις εκλογές. Στα χωριά έχουν πολύ πλάκα, μη νομίζεις είναι και αυτός ένας τρόπος να καταλάβει κανείς το πνεύμα των κατοίκων του χωριού. Εγώ επιμένω στον ρομαντισμό των λόγων του παππού, ήταν δημοτικές εκλογές και ήταν Οκτώβρη μήνα και ο παππούς πήγαινε με τη γιαγιά αγκαλιά να ψηφίσουν λίγο πριν κλείσουν οι κάλπες και μόλις είχαν αρχίσει να βγαίνουν τα θεουλάκια…Όχι και τόσο κακό αν το καλοσκεφτείς! Αλλά ακόμα και να είχε από πλευράς του πολιτικό/εκλογικό υπονοούμενο το θέμα δεν είναι πώς το είπε αυτός αλλά πως το εκλαμβάνει ο καθένας που το ακούει…

  5. @Αστρής: Για πες τι σου λέει, για πες!!!…… παρορμητικέ τύπε!…

    @Creme: Πιθανολογείς ένα σενάριο, ότι ο παππούς με τα θεουλάκια αναφέρεται σε προσδοκώμενα αποτελέσματα εκλογών. ΟΚ. Θα ήθελα να μάθω την διαδικασία της σκέψης σου, γιατί μου φαίνεται πολύ προχωρημένη…!! Αλήθεια… Για ξεδίπλωσέ μας, όσα εννοείς!!

    @Αστρής & Creme: Σύμφωνα με τα ρομαντικά λεγόμενα του παππού, τα αστεράκια λέγονται θεουλάκια. Άρα ο δικός μας Αστρής πώς λέγεται; Θεός;;; :P

  6. @Holly: Αυτό λέγεται «γλείψιμο» για να σου κάνω ωραία comments :p

    Πάντως τι μου θύμισες τώρα!!! Ένα παλιό τραγούδι που έλεγε: «Είμαι Θεός, ήλιος καλοκαιρινός και δυστυχώς σε θέλω σαν τρελός!»

    Και ήλιος τώρα :p

    H Creme είχε πάντα πολύ προχώ απόψεις…

    Δεν φταίω εγώ που είμαι παρορμητικός, έτσι είναι η φύση μου. Και φυσικά δεν έχω σκοπό να πω, είνα να παίζουμε με αυτά και μετά να είμαι με καναδυο αχτίδες λιγότερες και πού να φέγγω μετά;;; οεο;;;

  7. @Αστρής: Η Ηοlly δεν κάνει τέτοια πράγματα για (μόνο) ωραία comments… (Θέλει κι άλλα!)
    Προχώρησα(!) λίγο αυτό που είπε ο παππούς… Just this. K tο τραγούδι έλεγε «Είσαι θεός, ήλιος καλοκαιρινός και δυστυχώς σε θέλω σαν τρελός». Μήπως, με το μπαρδόν, έχεις γίνει λίγο εγωκεντρικός τελευταία; ;) :) :)

    Πειράζοντας τον Αστρή…

  8. ΠΑΝΩ Σ’ ΕΝΑΝ ΞΕΝΟ ΣΤΙΧΟ

    Στην Έλλη, Χριστούγεννα 1931

    Ευτυχισμένος που έκανε το ταξίδι του Οδυσσέα.
    Ευτυχισμένος αν στο ξεκίνημα, ένιωθε γερή την αρματωσιά μιας αγάπης, απλωμένη μέσα στο κορμί του, σαν τις φλέβες όπου βουίζει το αίμα.

    Μιας αγάπης με ακατέλυτο ρυθμό, ακατανίκητης σαν τη μουσική και παντοτινής
    γιατί γεννήθηκε όταν γεννηθήκαμε και σαν πεθαίνουμε, αν πεθαίνει, δεν το ξέρουμε ούτε εμείς ούτε άλλος κανείς.

    Παρακαλώ το θεό να με συντρέξει να πω, σε μια στιγμή μεγάλης ευδαιμονίας, ποια είναι αυτή η αγάπη·
    κάθομαι κάποτε τριγυρισμένος από την ξενιτιά, κι ακούω το μακρινό βούισμά της, σαν τον αχό της θάλασσας που έσμιξε με το ανεξήγητο δρολάπι.

    Και παρουσιάζεται μπροστά μου, πάλι και πάλι, το φάντασμα του Οδυσσέα, με μάτια κοκκινισμένα από του κυμάτου την αρμύρα
    κι από το μεστωμένο πόθο να ξαναδεί τον καπνό που βγαίνει από τη ζεστασιά του σπιτιού του και το σκυλί του που γέρασε προσμένοντας στη θύρα.

    Στέκεται μεγάλος, ψιθυρίζοντας ανάμεσα στ’ ασπρισμένα του γένια, λόγια της γλώσσας μας, όπως τη μιλούσαν πριν τρεις χιλιάδες χρόνια.
    Απλώνει μια παλάμη ροζιασμένη από τα σκοινιά και το δοιάκι, με δέρμα δουλεμένο από το ξεροβόρι από την κάψα κι από τα χιόνια.

    Θα ‘λεγες πως θέλει να διώξει τον υπεράνθρωπο Κύκλωπα που βλέπει μ’ ένα μάτι, τις Σειρήνες που σαν τις ακούσεις ξεχνάς, τη Σκύλλα και τη Χάρυβδη απ’ ανάμεσά μας·
    τόσα περίπλοκα τέρατα, που δε μας αφήνουν να στοχαστούμε πως ήταν κι αυτός ένας άνθρωπος που πάλεψε μέσα στον κόσμο, με την ψυχή και με το σώμα.

    Είναι ο μεγάλος Οδυσσέας· εκείνος που είπε να γίνει το ξύλινο άλογο και οι Αχαιοί κερδίσανε την Τροία.
    Φαντάζομαι πως έρχεται να μ’ ορμηνέψει πως να φτιάξω κι εγώ ένα ξύλινο άλογο για να κερδίσω τη δική μου Τροία.

    Γιατί μιλά ταπεινά και με γαλήνη, χωρίς προσπάθεια, λες με γνωρίζει σαν πατέρας
    είτε σαν κάτι γέρους θαλασσινούς, που ακουμπισμένοι στα δίχτυα τους, την ώρα που χειμώνιαζε και θύμωνε ο αγέρας,

    μου λέγανε, στα παιδικά μου χρόνια, το τραγούδι του Ερωτόκριτου, με τα δάκρυα στα μάτια·
    τότες που τρόμαζα μέσα στον ύπνο μου ακούγοντας την αντίδικη μοίρα της Αρετής να κατεβαίνει τα μαρμαρένια σκαλοπάτια.

    Μου λέει το δύσκολο πόνο να νιώθεις τα πανιά του καραβιού σου φουσκωμένα από τη θύμηση και την ψυχή σου να γίνεται τιμόνι.
    Και να ‘σαι μόνος, σκοτεινός μέσα στη νύχτα και ακυβέρνητος σαν τ’ άχερο στ’ αλώνι.

    Την πίκρα να βλέπεις τους συντρόφους σου καταποντισμένους μέσα στα στοιχεία, σκορπισμένους: έναν-έναν.
    Και πόσο παράξενα αντρειεύεσαι μιλώντας με τους πεθαμένους, όταν δε φτάνουν πια οι ζωντανοί που σου απομέναν.

    Μιλά… βλέπω ακόμη τα χέρια του που ξέραν να δοκιμάσουν αν ήταν καλά σκαλισμένη στην πλώρη η γοργόνα
    να μου χαρίζουν την ακύμαντη γαλάζια θάλασσα μέσα στην καρδιά του χειμώνα.


Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Kατηγορίες

Αρέσει σε %d bloggers: