Αναρτήθηκε από: Αστρής | Ιουλίου 14, 2009

don quixote

Ποτέ δεν αμφιβάλλω για τις ιδέες μου, για τις πράξεις μου πάντα

από τις πιο ωραίες ατάκες που ακούστηκαν στην παράσταση «Δον Κιχώτης» με τον Κιμούλη και τον Πιατά.

Η ιστορία του Δον Κιχώτη από τον Παντελή Γιαννουλάκη

«Donec eris felix, multos nuberablis amicos, tempora si fuerint nubila, solus eris…»

Κάτων

Νομίζω πως το πιο ωραίο βιβλίο που έχω διαβάσει ποτέ, είναι ο Δον Κιχώτης του Θερβάντες. Έτσι κι αλλιώς, είναι ένα από τα πιο πολυδιαβασμένα βιβλία του κόσμου, όλων των εποχών, ένα βιβλίο που πρωτοτυπώθηκε στη Μαδρίτη τον Ιανουάριο του 1605 με τον τίτλο EL INGENIOSO HIDALGO DON QUIXOTE DE LA MANCHA.

Κι από τότε μέχρι σήμερα, ο ρομαντικός τρελός ιππότης, ο διασημότερος όλων των ιπποτών, καβάλα στο άλογο του τον Ροσινάντε, μαζί με τον πραγματιστή και άξεστο σύντροφο του, τον Σάντσο Πάντσα (πάνω στο γαϊδουράκι του), ζουν τις πανέμορφες περιπέτειες τους μέσα στις σελίδες αυτού του αριστουργήματος της Φανταστικής Λογοτεχνίας.

Ο Αλόνσο Κιχάνο από τη Μάντσα, ένας αθεράπευτα ρομαντικός ξερακιανός γέροντας, μισότρελος από τη συνεχή ανάγνωση ιπποτικών μυθιστορημάτων, ρομάντζων και παραμυθιών, αποφασίζει να αναβιώσει τον ιπποτικό θρύλο και ξεκινά καβάλα στο ψωριάρικο άλογο του, ντυμένος με την τενεκεδένια πανοπλία του και τα αληθινά όπλα του, για να πολεμήσει το Κακό όπου το βρει, να υπερασπίσει το δίκαιο και τους αδύναμους, και να κερδίσει μ’ αυτόν τον τρόπο την καρδιά της Δουλτσινέας του, που ποτέ του δεν την έχει δει. Μαζί με έναν χωριάτη, που τον μετατρέπει σε πιστό του υπηρέτη, τον καλοκάγαθο αλλά και κουτοπόνηρο Σάντσο Πάντσα, που τον ακολουθεί όπου πηγαίνει καβάλα στο γαϊδουράκι του, θα καταδυθεί στις πιο απίθανες περιπέτειες. Βήμα προς βήμα, μέσα από κωμικές και ταυτόχρονα τραγικές ή επικές καταστάσεις, θα αρχίσει να χάνει κάθε επαφή με την πραγματικότητα και να μπαίνει όλο και πιο βαθιά μέσα στο όνειρο, στο δικό του όνειρο, μετατρέποντας όλα τα στοιχεία της καθημερινής ζωής σε στοιχεία του ονείρου του. Τελικά, μέσα από όλα αυτά, θα γίνει αληθινός ιππότης, και βέβαια από τότε δεν θα μπορεί να υπάρξει ιπποτικός θρύλος χωρίς τη σκιά του Δον Κιχώτη μέσα του.

Μπορεί οι τόποι των περιπλανήσεων του να είναι στην πραγματικότητα τα πεδία του ονείρου, αλλά σ’ αυτόν τον «απογοητευτικό σύγχρονο κόσμο», (όπως συχνά τον αποκαλεί ο Θερβάντες, αναφερόμενος φυσικά στον 17ο αιώνα), οι περιπλανήσεις αυτές φαίνεται ότι έγιναν στις περιοχές της Καστίλης Λα Μάντσα, τις σχεδόν ερημικές εκτάσεις νοτιοανατολικά της Μαδρίτης, που είναι και οι πιο αραιοκατοικημένες περιοχές της Ισπανίας. Όλα ξεκινούν στο χωριό της γέννησης του, την Αρμασίγια Ντε Άλμπα, εκεί που ο Δον Κιχώτης πρωτοείδε το φως – και στη διήγηση του βιβλίου αλλά και στην πραγματικότητα: γιατί ο Θερβάντες έγραψε τα πρώτα κεφάλαια του βιβλίου, έγκλειστος στη φυλακή αυτού του χωριού, την Κάσα Μεδράνο, που φυσικά υπάρχει μέχρι σήμερα εκεί και προσελκύει πολλούς επισκέπτες. Εκεί κοντά, στέκει και το χωριό Πουέρτο Λάπιθε, ένα πολύ σημαντικό μέρος, γιατί στο μικρό του πανδοχείο, το Λα Βέντα Ντε Πουέρτο Λάπιθε, ο Δον Κιχώτης χειροτονήθηκε ιππότης από τον άξεστο πανδοχέα του, που φυσικά ο Κιχώτης τον θεωρούσε ευγενή οικοδεσπότη κάποιου πύργου – και παρ’ όλο που οι θαμώνες αποφάσισαν να του στήσουν τη φάρσα του ιπποτικού χρίσματος, ο Κιχώτης χρίζεται στ’ αλήθεια ιππότης, τουλάχιστον για όσους μπορούν να το καταλάβουν αυτό. Αυτό το πανδοχείο του 16ου αιώνα, στέκει και σήμερα εκεί, με το ίδιο όνομα και τη μικρή αυλή στην οποία ο Δον Κιχώτης έκανε την «αγρύπνια των όπλων», τη δοκιμασία της μύησης του στα ιπποτικά μυστήρια.

Υπάρχουν δυο χωριά στην Ισπανία, εκεί στην Καστίγιε Λα Μάντσα, που διεκδικούν την πατρότητα των θρυλικών ανεμόμυλων-γιγάντων με τους οποίους πολέμησε ο γενναίος ιππότης. Πρόκειται για τα χωριά Κάμπο Ντε Κριπτόνα και Κονσουέιρα, που διαθέτουν πολλούς παμπάλαιους ανεμόμυλους, και το καθένα τους υποστηρίζει μαχητικά ότι ο Κιχώτης πολέμησε με τους δικούς του ανεμόμυλους. Στην περίπτωση της Κονσουέιρα μάλιστα, οι ντόπιοι έχουν βαφτίσει τους ανεμόμυλους της με ονόματα παρμένα από το θρυλικό μυθιστόρημα.

Το χωριό της πανέμορφης άγνωστης Δουλτσινέας, ήταν το Τομπόσο, και το σπίτι της -που υποτίθεται ότι είναι ένα χωριατόσπιτο του 16ου αιώνα που στέκει ακόμη εκεί- έχει μετατραπεί σε μουσείο (αν και δεν μπορώ να φανταστώ τί μπορεί να εκθέτει), ενώ το χωριό επίσης φιλοξενεί και μιά βιβλιοθήκη Θερβάντες, όπου φυλάσσονται οι σπανιότερες εκδόσεις του Δον Κιχώτη (σημειώστε ότι στο βιβλίο, οι άξεστοι ντόπιοι δεν φέρθηκαν καθόλου καλά στον δύστυχο ιππότη). Τέλος πάντων, απ’ ότι φαίνεται η αληθινή Δουλτσινέα λεγόταν Αλόνσα Λορέντσο, και ο Δον Κιχώτης της έδωσε το πασίγνωστο όνομα της «Δέσποινας των Λογισμών του»: Δουλτσινέα Ντελ Τομπόσο, που στην ουσία σημαίνει «Δέσποινα του Τομπόσο» (που μας φέρνει στο νού την Παρθένο Μαρία, στο όνομα της οποίας συχνά έκαναν τους άθλους τους οι ιππότες). Επίσης, είναι χαρακτηριστικό ότι κατά τη διάρκεια της αναζήτησης της στο μέρος αυτό, ο Σάντσο στήνει μια φάρσα στον Κιχώτη και του παρουσιάζει για Δουλτσινέα μιά άκομψη χωριατοπούλα, και ο κακόμοιρος ιππότης μας δυστυχεί πιστεύοντας ότι κάποιος έκανε μάγια στην ονειρική πριγκίπισσα του.

Ανεξάντλητες οι περιπέτειες του Δον Κιχώτη, το ίδιο και οι συμφορές στις οποίες πέφτει: τον χρίζουν βασιλιά των αθλίων και του τρυπούν τα πλευρά (όπως τον Ιησού), του σπάζουν τα δόντια, τον χλευάζουν και τον κοροϊδεύουν, διασκεδάζουν εις βάρος του ξεγελώντας τον (κι αυτός καλοκάγαθα μεταφράζει αλλιώς τα πειράγματα τους), τον κλειδώνουν σ’ ένα κλουβί και τον τριγυρίζουν στα χωριά, πολεμά σαν αληθινός ιππότης εναντίον των πιο παράδοξων εχθρών: ανεμόμυλους, κατσίκια, ανύποπτους διαβάτες, τσουβάλια, βαρέλια, παράθυρα, κάρα, βόδια, αχυρώνες, πανδοχείς και αγρότες, μέθυσους και πόρνες. Συναντά άλλους «ιππότες», «δούκες» και «βασιλιάδες», «πριγκίπισσες» και «κοντέσες», Μαυριτανούς, δαίμονες, ξωτικά, φαντάσματα, κουρείς και οδοντίατρους, προδότες και βλάσφημους. Ακούει απίστευτες ιστορίες, δράματα ερωτευμένων ζευγαριών, θαλασσινά κατορθώματα, τρομακτικές διηγήσεις, ακούει πονεμένες εξομολογήσεις και προσπαθεί να βοηθήσει κάθε αδύναμο και κατατρεγμένο. Αυτός και ο Σάντσο γίνονται θύμα απίστευτων φαρσών, κάποιοι τους δένουν τα μάτια πείθοντας τους ότι πετούν στο διάστημα μέσα σ’ ένα ξύλινο διαστημόπλοιο, άλλοι ξεγελούν τον Κιχώτη ότι θα συναντήσει τον Μάγο Μέρλιν, ή διορίζουν τον Σάντσο βασιλιά ενός άγνωστου νησιού στην κεντρική (!) Ισπανία. Στο τέλος ο Δον Κιχώτης, επιστρέφει απογοητευμένος στο μικρό χωριό του, όπου και πεθαίνει άρρωστος από τα βάσανα και τις κακουχίες που πέρασε, αποκηρύσσοντας το ιπποτικό ιδεώδες.

Κι από τότε, όπως μπορεί εύκολα να διαπιστώσει κανείς, ο Μύθος αναμιγνύεται με την Ιστορία, μεταμορφώνοντας την σε κάτι πολύ θαυμαστό: την αέναη καταγραφή των ανθρώπινων πόθων και συναισθημάτων, όπως αυτά εκδηλώνονται στον εξωτερικό κόσμο μέσα από τα συμβάντα της μοίρας. Πιστεύω ακράδαντα ότι όποιος διαβάσει τον Δον Κιχώτη, δεν θα μπορέσει ποτέ ξανά να αμφισβητήσει την αλήθεια που κρύβουν όλα τα παραμύθια. Όπως γράφει και ο Θερβάντες (Μέρος Α’, κεφ.9):

«…η Αλήθεια, που μητέρα της είναι η Ιστορία, η ανταγωνίστρια του Χρόνου, η παρακαταθήκη των πεπραγμένων, ο μάρτυς του παρελθόντος, το παράδειγμα και η συμβουλή για το παρόν, η προειδοποίηση για το μέλλον, αιώνια μεταμφιεσμένη σε ανθρώπινες διηγήσεις…»

Advertisements

Responses

  1. Ο Θερβάντες έβγαλε την ψυχή και τα αισθήματα από τη λαιμητόμο της θρησκευτικής τους –μέχρι τότε- παρενδυσίας και τα έφερε στο φως, μέσω της λογοτεχνίας, που αμφιβάλλει, διερωτάται και ερευνά· στο φως της ρεαλιστικής θεώρησης του κόσμου (της πεζογραφικής θεώρησης του κόσμου), περνώντας απενοχοποιημένα μέσα από τα φίλτρα των συναισθημάτων (την ποιητική ρίζα της ιπποσύνης και του ρομαντισμού). Κι αυτό γιατί έβαλε έναν τρελό να ακολουθήσει την τρέλα του. Μα, ήταν όντως τρελός; Ο Τραπιέγιο που έχει γράψει και τη βιογραφία του Θερβάντες, δεν αποπειράται να απαντήσει στο ερώτημα αν ο Δον Κιχώτης είναι τρελός, παρά απαριθμεί τις πιθανές εκδοχές και τον φωτίζει από κάθε πλευρά που θα μπορούσαμε να τον δούμε σήμερα. «…Εκείνος γνωστικός κι εμείς τρελοί. Εκείνος τώρα απολαμβάνει τη δόξα του Θεού κι εμείς γυρεύουμε την εξιλέωση στη ζωή…».
    Κι από κει που ο Δον Κιχώτης επαναλαμβάνει ότι δεν είναι τρελός, αλλά θλιμμένος, έρχεται γραμμή και συνδέεται με το σημερινό άνθρωπο που δεν μπορεί να αποδεχτεί καμία τρέλα ή ίσως να κατρακυλά πανεύκολα σ’ αυτήν, γιατί δεν είναι σε θέση να αποδεχτεί τη θλίψη του· που τον εκδικείται κι αυτή με τον τρόπο της, αφού φροντίζει ολοένα να μεγαλώνει. «…τρελός, ο Δον Κιχώτης μας δίδαξε να παίρνουμε το μέρος, δικαιολογημένα ή όχι, εκείνου που το έχει περισσότερο ανάγκη σαν του στερούν το δίκιο του…». Γι’ αυτό, ακόμη δεν έχει πεθάνει ο Δον Κιχώτης, αφού προστρέχουμε στην τρέλα και τη θλίψη του για παρηγοριά και βρίσκουμε καταφύγιο για την ψυχή μας.

    http://stavroulascalidi.blogspot.com/2009/05/blog-post_06.html


Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Kατηγορίες

Αρέσει σε %d bloggers: